Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2008

Υπέρ ψευδωνύμων και μπλόγκερς

Ο ενδοξότερος και λαοφιλέστερος ήρωας του Ομήρου, μετά την απόδρασή του από το κυκλώπειο άντρο, προτιμά να παραμείνει στην ιστορία με το ψευδώνυμο Ούτις! Γνώριζε, ο παμπόνηρος, ότι μόνο με την παραπλάνηση θα σωθεί από την οργή του Ποσειδώνα. Αλλά την πανουργία, που τόσο αφειδώλευτα χάρισε στον Οδυσσέα ο Όμηρος, τη στέρησε από τους αθανάτους. Εάν σας τεθεί το ερώτημα «γιατί οι Ολύμπιοι νικήθηκαν από τον Θεό του Παύλου», και σκεφτείτε αποφεύγοντας τα χασμουρητά των ιστορικών βεβαιοτήτων και των επιστημονικών αποδείξεων, θα απαντήσετε αβίαστα ότι η οικογένεια του Διός ηττήθηκε επειδή αγνοούσε τη χρήση των ψευδωνύμων. Εϊναι αλήθεια ότι ομηρικοί θεοί (Ζευς, Ήρα, Απόλλων, Αθηνά) εμφανίζονται κυρίως με τα ονόματά τους και δευτερευόντως με τα κοσμητικά τους επίθετα (Νεφεληγερέτης, Λευκώλενος, Λοξίας, Εργάνη κλπ.), σε αντίθεση με τον θεό των Παυλιανών που περιορίζεται να δηλώνει την επαγγελματική του ιδιότητα (θεός) και να αυτοπροσδιορίζεται με ψευδώνυμα και μόνον, όπως Πανάγαθος, Παντοδύναμος, Πανάγιος κ.ά. Αυτά ο αληθινός Θεός, που γνώριζε να κερδίζει μάχες με όπλα την παραλλαγή και την παραπλάνηση. Εάν οι χριστιανοί κατονόμαζαν τον ιουδαϊκής έμπνευσης Θεό τους, δηλαδή τον Αδωναΐ ή Ιεχωβά ή Ιαβέ ή Ελωχίμ, θα έδιωχναν από τις εκκλησίες τους τον ελληνόφωνο κόσμο. Θα προσέθετα και άλλα επ’ αυτών, αλλά δυστυχώς ενώ έχει εφευρεθεί η ανακύκλωση του χάρτου, καθυστερεί η ανακύκλωση του χρόνου. Να υπενθυμίσω ότι ο συμβολαιογράφος της Καινής Διαθήκης, φροντίζοντας και για τον εαυτό του, επέβαλε στους ιστορικούς να τον αναφέρουν μόνο με το ψευδώνυμό του: Παύλος.
Και ενώ αυτή η θρησκεία των προσωπείων και των μεταμφιέσεων υπηρετείται από ένα ακατόναμαστο ιερατείο διαζευγμένων από γυναικός και ονόματος, εν τούτοις αυτοί οι πυλώνες της καθεστωτικής φενάκης (Χριστόδουλος, Άνθιμος, Δωρόθεος) και οι άρχοντες που υμνούν θεωρούν ύποπτα και προσεχώς απαγορευμένα τα ψευδώνυμα του διαδικτύου, διεκδικώντας αποκλειστικά για τον εαυτό τους την ασφάλεια της παραλλαγής. Και όνομα θεωρούν το αναγραφόμενο στην αστυνομική ταυτότητα, που το κύρος του αμφισβητείται (κάτι ένα φαγωμένο σίγμα, κάτι ένα μουτζουρωμένο νι) εφ’ όσον δεν συμπαραδηλώνονται ο ειδικός αριθμός, το αστυνομικό τμήμα και, ως άλλος ανάδοχος της ονοματοδοσίας, ο κύριος Διοικητής, ο κρατικός υπάλληλλος ο επιφορτισμένος να μας εξασφαλίζει προστάτη άγιο, φιλόστοργο πατέρα και ένδοξη καταγωγή. Αλλά και αυτές οι βεβαιώσεις (κάτι ένα φαγωμένο σίγμα, κάτι ένα μουτζουρωμένο νι) επικυρώνονται μόνο μετά από προσαγωγή στο τμήμα για εξακρίβωση. Και πάντοτε, όποτε χρειστούμε τράπεζα, νοσοκομείο, συγκοινωνία, σπουδαστήριο, στρατολογία, την Express Service ή τον Βασιλόπουλο, είναι άκυρες οι αστυνομικές διαπιστεύσεις εφ’ όσον δεν συνοδεύονται από βιβλιάριο, δίπλωμα, εισιτήριο, αποδεικτικό, απολυτήριο, κάρτα αγορών ή άδεια κυκλοφορίας. Για ποιο, λοιπόν, γνήσιον της υπογραφής ή του ονόματος μας εγκαλούν;
Διαπιστώνουμε, επίσης, ότι σεμνοί και ανιδιοτελείς χρήστες του διαδικτύου, εμφανιζόμενοι γενναιότεροι του Βελουχιώτη, επιμένουν να υπογράφουν με το αστυνομικό τους ονοματεπώνυμο, αμφισβητώντας στην πράξη την προστατευτική αξία του ονοματολογίου της Αντίστασης, που συγκαταλέγει ένδοξα ψευδώνυμα, όπως Κόζιακας, Κίσσαβος, Βλαχάβας, Ορέστης, Βοντίτσιος κ.ά. Και για να μην κατηγορηθώ ότι με θαμπώνουν τα βροντερά ονόματα του θρύλου, του μύθου και της γεωγραφίας, σας βεβαιώ ότι το προσφιλέστερο σ’ εμένα ψευδώνυμο είναι το «Κάποιος», που έφερε ένας άγνωστος στους πολλούς αγωνιστής της Αντίστασης, επειδή, αφαιρώντας απλά το στερητικό «ου» από την αρχαία αντωνυμία, συνέδεσε ευθέως το νεοελληνικό έπος με το ομηρικό του Οδυσσέως και του Ούτινος.
Θα μπορούσα, βέβαια, ως επιχειρήματα υπέρ των ψευδωνύμων, να παρατάξω και τα καλλιτεχνικά ονόματα των ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης, να επιδοθώ, δηλαδή, σε ένα έργο κοπιαστικό και ατελέσφορο όσο και η καταμέτρηση των κόκκων της άμμου. Αλλά επειδή βιάζομαι να σας παραδώσω το παρόν σημείωμα για να το αναρτήσετε στο νεοπαγές μπλογκ της ΓΑΛΕΡΑΣ, περιοριστείτε, παρακαλώ, στα ψευδώνυμα Θεών, ημίθεων και αθεόφοβων, αίτημα στο οποίο προβαίνει ο υπογράφων.

Θεοτούμπης.